Translate

Τρίτη, 19 Μαρτίου 2013

Ἄρτος παρασκευαζόμενος ἄνευ προζύμης ἔχων σχῆμα ἐλλειψοειδές, ἐν χρήσει ἰδίως τήν Καθαράν Δευτέραν.

Προέρχεται από τη μεταγενέστερη λέξη τό λάγανον (= είδος πλακουντίου, δηλ. λεπτής και πλατιάς πίτας, ψημένης με λάδι). Κατά το Λεξικό του J. Hofmann, η λέξη συνδέεται με το επίθετο λαγαρός (= χαλαρός, λεπτός, στενός) και το ρήμα λαγγάζω (= ενδίδω, υποχωρώ, είμαι χαλαρός) της αρχαίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου