Translate

Τρίτη 19 Μαρτίου 2013

Ἄρτος παρασκευαζόμενος ἄνευ προζύμης ἔχων σχῆμα ἐλλειψοειδές, ἐν χρήσει ἰδίως τήν Καθαράν Δευτέραν.

Προέρχεται από τη μεταγενέστερη λέξη τό λάγανον (= είδος πλακουντίου, δηλ. λεπτής και πλατιάς πίτας, ψημένης με λάδι). Κατά το Λεξικό του J. Hofmann, η λέξη συνδέεται με το επίθετο λαγαρός (= χαλαρός, λεπτός, στενός) και το ρήμα λαγγάζω (= ενδίδω, υποχωρώ, είμαι χαλαρός) της αρχαίας.

"Αυτός ο κόσμος τσακίζει τους ανθρώπους και στο μέρος που τσακίζονται εμφανίζεται ένα ράγισμα. Κι όσοι αρνούνται να τσακιστούν, αυτούς ο κόσμος τους σκοτώνει. Σκοτώνει χωρίς να λογαριάζει τους πολύ γενναίους, τους πολύ δυνατούς και τους πολύ ρομαντικούς.
Αν δεν είστε από αυτούς θα σας σκοτώσει επίσης. Όμως τότε θα αφήσει τον χρόνο να κάνει την δουλειά του"

~ Έρνεστ Χέμινγουει, Αποχαιρετισμός στα όπλα

Εν μέσω λογισμών και παραλογισμών
άρχισε κι η βροχή να λιώνει τα μεσάνυχτα
μ' αυτόν τον νικημένο πάντα ήχο
σι, σι, σι.
Ήχος συρτός, συλλογιστός, συνέρημος,
ήχος κανονικός κανονικής βροχής.
Όμως ο παραλογισμός
άλλη γραφή κι άλλην ανάγνωση
μου 'μαθε για τους ήχους.
Κι όλη τη νύχτα ακούω και διαβάζω τη βροχή,
σίγμα πλάι σε γιώτα, γιώτα κοντά στο σίγμα,
κρυστάλλινα ψηφία που τσουγκρίζουν
και μουρμουρίζουν ένα εσύ, εσύ, εσύ.
Κάθε σταγόνα κι ένα εσύ,
όλη τη νύχτα
ο ίδιος παρεξηγημένος ήχος,
αξημέρωτος ήχος,
αξημέρωτη ανάγκη εσύ,
βραδύγλωσση βροχή,
σαν πρόθεση ναυαγισμένη
κάτι μακρύ να διηγηθεί
και λέει μόνο εσύ, εσύ,
νοσταλγία δισύλλαβη,
ένταση μονολεκτική,
το ένα εσύ σαν μνήμη,
το άλλο σαν μομφή
και σαν μοιρολατρία,
τόση βροχή για μια απουσία,
τόση αγρύπνια για μια λέξη,
πολύ με ζάλισε απόψε η βροχή
μ' αυτή της τη μεροληψία
όλο εσύ, εσύ, εσύ,
σαν όλα τ' άλλα να 'ναι αμελητέα
και μόνο εσύ, εσύ, εσύ.

Κ. Δημουλά, Το λίγο του κόσμου, 1971

Αναρωτιέμαι μερικές φορές: είμαι εγώ που σκέφτομαι καθημερινά πως η ζωή μου είναι μία; Όλοι οι υπόλοιποι το ξεχνούν; Ή πιστεύουν πως θα έχουν κι άλλες, πολλές ζωές, για να κερδίσουν τον χρόνο που σπαταλούν;
Μούτρα. Νʼ αντικρίζεις τη ζωή με μούτρα. Τη μέρα, την κάθε σου μέρα. Να περιμένεις την Παρασκευή που θα φέρει το Σάββατο και την Κυριακή για να ζήσεις. Κι ύστερα να μη φτάνει ούτε κι αυτό, να χρειάζεται να περιμένεις τις διακοπές. Και μετά ούτε κι αυτές να είναι αρκετές.
Να περιμένεις μεγάλες στιγμές. Να μην τις επιδιώκεις, να τις περιμένεις.

Κι ύστερα να λες πως είσαι άτυχος και πως η ζωή ήταν άδικη μαζί σου.

Και να μη βλέπεις πως ακριβώς δίπλα σου συμβαίνουν αληθινές δυστυχίες που η ζωή κλήρωσε σε άλλους ανθρώπους. Σʼ εκείνους που δεν το βάζουν κάτω και αγωνίζονται. Και να μην μαθαίνεις από το μάθημά τους. Και να μη νιώθεις καμία φορά ευλογημένος που μπορείς να χαίρεσαι τρία πράγματα στη ζωή σου, την καλή υγεία, δυο φίλους, μια αγάπη, μια δουλειά, μια δραστηριότητα που σε κάνει να αισθάνεσαι ότι δημιουργείς, ότι έχει λόγο η ύπαρξή σου.
Να κλαίγεσαι που δεν έχεις πολλά. Που κι αν τα είχες, θα ήθελες περισσότερα. Να πιστεύεις ότι τα ξέρεις όλα και να μην ακούς. Να μαζεύεις λύπες και απελπισίες, να ξυπνάς κάθε μέρα ακόμη πιο βαρύς. Λες και ο χρόνος σου είναι απεριόριστος.

Κάθε μέρα προσπαθώ να μπω στη θέση σου. Κάθε μέρα αποτυγχάνω. Γιατί αγαπάω εκείνους που αγαπούν τη ζωή. Και που η λύπη τους είναι η δύναμή τους. Που κοιτάζουν με μάτια άδολα και αθώα, ακόμα κι αν πέρασε ο χρόνος αδυσώπητος από πάνω τους. Που γνωρίζουν ότι δεν τα ξέρουν όλα, γιατί δεν μαθαίνονται όλα.

Που στύβουν το λίγο και βγάζουν το πολύ. Για τους εαυτούς τους και για όσους αγαπούν. Και δεν κουράζονται να αναζητούν την ομορφιά στην κάθε μέρα, στα χαμόγελα των ανθρώπων, στα χάδια των ζώων, σε μια ασπρόμαυρη φωτογραφία, σε μια πολύχρωμη μπουγάδα.

Όσο κι αν κανείς προσέχει
όσο κι αν το κυνηγά
πάντα, πάντα θα ʽναι αργά
δεύτερη ζωή δεν έχει.
(από Το Παράπονο, του Οδυσσέα Ελύτη)

Παρασκευή 15 Μαρτίου 2013

Ιθάκη δεν υπάρχει. Υπάρχει μόνο μια θάλασσα, ένα καράβι -το κορμί- κι ο Καπετάνιος Νους...
Και μια νύχτα που το φεγγάρι είχε σηκωθεί καταστρόγγυλο και κρέμουνταν στη μέση τ’ ουρανού κι όλη η γης ανάλαφρη έπλεχε στον αγέρα, ο Φραγκίσκος γύριζε τα σοκάκια της Ασίζης, κοίταζε, δεν έβλεπε κανένα να στέκεται στο κατώφλι του σπιτιού του να χαίρεται το μέγα θάμα. Πετάχτηκε, σκαρφάλωσε στο καμπαναριό της εκκλησιάς κι άρχισε να χτυπάει την καμπάνα του κιντύνου· τρομαγμένοι τινάχτηκαν από τον ύπνο τους οι άνθρωποι, θαρρούσαν θα 'ταν πυρκαγιά, κι έτρεξαν μεσόγυμνοι στην αυλή του Άγιου Ρουφίνου· είδαν το Φραγκίσκο να χτυπάει μανιασμένος την καμπάνα.

— Γιατί χτυπάς την καμπάνα, του φώναξαν, τι τρέχει;

— Σηκώστε τα μάτια, χριστιανοί μου, τους αποκρίθηκε απάνω από το καμπαναριό ο Φραγκίσκος, κοιτάχτε το φεγγάρι!
 
Νίκος Καζαντζάκης, Ο Φτωχούλης του Θεού
Σήμερα, καθώς η θύελλα απειλούσε τα Μουράγια κι ο ήλιος πάλευε να στεγνώσει τα πάντα υγρά καντούνια του Καμπιέλου....